Ιστορικό του κτισίματος του ναού

«Πάτερ μου πολλά έχετε γράψει στο περιοδικό σας για το Μεγαλόχαρο Ταξιάρχη μας, όμως δεν γράψατε για το κτίσιμο του ναού Του, που από τα θεμέλιά του άρχισε με θαύμα και τελείωσε πάλι με θαύμα». Αυτά μου έλεγε η Ελισάβετ Πατλάκα, 85 ετών, μέλος της Ενοριακής Εστίας και από τις καλύτερες οικογένειες του χωριού.

- Μα κυρία Ελισάβετ, δεν γνωρίζω πολλά πράγματα και ούτε πουθενά έχω δει γραμμένο κάτι για το κτίσιμο του Ναού. Κάτι μέσες και άκρες από γεροντότερους έχω ακούσει και δεν μπορώ να γράψω κάτι που δεν είμαι σίγουρο.

- Θα σου τα πω εγώ που τα ξέρω πολύ καλά με την κάθε λεπτομέρεια. Τα ξέρω από τον παππού μου, που ήταν Επίτροπος και Ταμίας της Επιτροπής Ανεγέρσεως του Ναού, λεγόταν Ιωάννης Χριστοφαρής.

Τα βράδια μάς έπαιρνε στα γόνατά του και εκεί κοντά στο τζάκι που τριζοβολούσε η φωτιά από ξύλα πρινίτικα (της Μα­βριάς), μάς ιστορούσε απ’ την αρχή ως το τέλος όλη την ιστορία της ανέγερσης. Εμείς κρατούσαμε την αναπνοή μας να ακούμε καλά και να μη μάς ξεφεύγει τίποτα γιατί ήταν όλα εντυπωσιακά και ωραία. Όταν τελείωνε, νοιώθαμε τα βλέφαρά μας βαριά και ασήκωτα, αλλά ευτυχισμένοι πηγαίναμε στα κρεβατάκια μας. Το περίεργο είναι ότι, ενώ την ίδια ιστορία ακούγαμε πολλές φορές, κάθε φορά κρεμόμασταν από τα χείλη του σαν να την ακούγαμε για πρώτη φορά. Τον θυμάμαι σαν να είναι τώρα, ακουμπούσε στο παραγώνι, έκανε πάντα στην αρχή το σταυρό του, άνοιγε έπειτα τη φαρδιά αγκαλιά του, μάς έχωνε μέσα όλους και άρχι­ζε:

«Οι ανάγκες, παιδιά μου, του μικρού ναού του Μεγαλόχαρου, συνεχώς μεγάλωναν. Ο χώρος του ήταν πολύ μικρός και δεν χωρούσε τον κόσμο που ερχόταν απ’ όλη τη Μυτιλήνη, αλλά περισσότεροι από την απέναντι ανατολή, να τον προσκυνήσουν και να του φέρουν τα τάματά τους. Είχε γίνει πολύ γνωστός παντού παιδιά μου, με τα πολλά του θαύματα. Στη γιορτή του, πολλοί προσκυνητές δεν προλάβαιναν κατά τη θεία λειτουργία να ανάψουν ούτε κερί και δεν άκουγαν καθόλου λειτουργία. Πήραμε τότε την απόφαση, η Επιτροπή, να κτίσουμε ένα μεγαλύτερο ναό δίπλα στη θέση Παλαιός Αστράτηγος, όπου υπήρχε η πρώτη εκκλησία του Ταξιάρχη και να λειτουργιέται στην πανήγυρή του και να κάνουμε και κελιά για τους ανατολίτες που έρχονταν με τις βάρκες τους να τον προσκυνήσουν.

Γράψαμε στον Πατριάρχη και μάς έδωσε την άδεια να κάνουμε έρανο στα χωριά της ανατολής. Κάναμε τον σταυρό μας και ξεκινήσαμε. Ήταν δύσκολα χρόνια τότε, παιδιά μου. Οι Τούρκοι ήταν σκληροί και δεν άφηναν να κάνουν οι Έλληνες έρανο, γιατί φοβόνταν μήπως με τα χρήματα αγοράζαμε όπλα να τούς χτυπήσουμε. Ας αφήσουμε ότι υπήρχε ο κίνδυνος να μας ληστέψουν στους δρόμους και να χάσουμε και τη ζωή μας. Όμως, λες και τους μώρανε ο Μεγαλόχαρος, δεν κινήθηκε κανείς εναντίον μας. Οργώσαμε την ανατολή, μαζέψαμε πολλά φλουριά, περιουσία ολάκερη. Εδώ πάλι στο Μανταμάδο, οι χωρικοί έδωσαν πολλά γεννήματα και φλουριά και το σπουδαιότερο δούλεψαν πολλοί για τον Ταξιάρχη δωρεάν.

Αφού συγκεντρώσαμε τα χρήματα και καλέσαμε καλούς τεχνίτες από την ανατολή, ήλθε ο Δεσπότης και κάναμε τον αγιασμό της έναρξης. Ένα απέραντο πανηγύρι ήταν ο Μανταμάδος, που σ’ αυτό πήραν μέρος ακόμη και Τούρκοι και δεν τόλμησε κανείς να φέρει αντίρρηση, γιατί ήξεραν πολύ καλά τη δύναμη του Μεγαλόχαρου.

Την άλλη μέρα του αγιασμού, αρχίσαμε με όρεξη τα θεμέλια, μα δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε πολύ, γιατί όλες σχεδόν οι γυναίκες έρχονταν και μάς κουβαλούσαν γλυκά κουλούρια σε μας και στους εργάτες. Έφτασε το βράδυ, μάζε­ψαν τα εργαλεία οι εργάτες, τα έβαλαν στα τσιμπίλια τους, τα κρέμασαν στον πρίνο και ξεκίνησαν για το χωριό. Την άλλη μέρα πρωί - πρωί με ξύπνησαν με φωνές οι εργάτες. “Τί συμβαίνει παιδιά;”

“Μας πήραν τα τσιμπίλια με τα εργαλεία και μας βούλωσαν ό,τι σκάψαμε χθες”.

Δεν το χωρούσε ο νους μου κάτι τέτοιο. Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα και όταν πήγα κάτω είχε μαζευτεί όλο σχεδόν το χωριό. Πράγματι τα σκαμμένα θεμέλια ήταν κλειστά με το χώμα που χθες οι εργάτες έσκαψαν και τα εργαλεία δεν υπήρχαν στη θέση τους. Σε λίγο, απέναντι από τον παλιό ναό, ακούσαμε γυναικείες φωνές που μάς καλούσαν. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τί έλεγαν, όπως φώναζαν μαζωμένες. Λαχανιασμένες έφτασαν μερικές νέες να μας πουν ότι τα σκαπανικά είναι μέσα στα τσιμπίλια στην αυλή του παλιού ναού. Πήγαμε να προσκυνήσουμε, να παρακαλέσουμε τον Ταξιάρχη να φανερώσει τους κλέφτες και αυτούς που βούλωσαν τα θεμέλια και τα είδαμε στην αυλή. Όλοι απορούσαμε και δεν ξέραμε τί έγινε. Οι περισσότεροι έλεγαν ότι οι Τούρκοι το έκαναν αυτό για να μη γίνει ο ναός, όμως πάλι γιατί να πάνε τα εργαλεία στην αυλή τού ναού;

Έπειτα από λίγο δισταγμό και συζήτηση, δώσαμε τα εργαλεία στους εργάτες και εκείνοι άρχισαν να ξανασκάβουν και να ανοίγουν τα θεμέλια. Το βράδυ όταν τελείωσαν τη δουλειά τους, είπαμε να ξανακρεμάσουν στον ίδιο τόπο τα εργαλεία τους. Θα μας τα κλέψουν για καλά πια σήμερα, έλεγαν. Όμως εμείς είχαμε το σκοπό μας.

Όταν σκοτείνιασε, μερικά δικά μας παλληκάρια καλά οπλισμένα, γλίστρησαν από τα γύρω χωράφια και κρύφτηκαν στους θάμνους γύρω από τον πρίνο με τα εργαλεία και περίμεναν. Τα μεσάνυκτα όμως μαρμάρωσαν. Από τον παλιό ναό σηκώθηκε ένα δυνατό φως, έκαμε καμπύλη και ζύγιασε πάνω από τα θεμέλια. Το αίμα τους πάγωσε. Στάθηκε το φως για λίγο, έπειτα πάλι αργά - αργά έκαμε την αντίστροφη καμπυλωτή τροχιά και χάθηκε στον αυλόγυρο του ναού. Έντρομοι κοιτάχθηκαν μεταξύ τους για αρκετή ώρα. Έπειτα ο πιο θαρρετός προχώρησε δειλά δειλά προς τον πρίνο. Στάθηκε για λίγο κι έπειτα φώναξε δυνατά: “Τα εργαλεία χάθηκαν, χάθηκαν! Τα θεμέλια βούλωσαν, τρέξτε, Ταξιάρχη μου!”

Έντρομοι έτρεξαν όλοι κοντά. “Ταξιάρχη μου!”, φώναξαν όλοι με ένα στόμα. Εμπρός στα έντρομα μάτια τους, δεν έχασκαν πια τα ανοιχτά θεμέλια, είχαν χαθεί, ούτε μια κουβάρα χώμα δεν υπήρχε. Μια έντονη μυρωδιά από φρεσκοσκαμμένο χώμα ένοιωθαν να τους γίνεται πολύ αισθητή. Κάποιος άναψε το λαδοφάναρό του και το έφερε προς τον πρίνο, προσπαθώντας να βρει τα εργαλεία και τους τροβάδες των εργατών. Δεν υπήρχε τίποτα! Κοιτάχτηκαν σαστισμένοι και χωρίς να βγάλει κανείς μιλιά σαν ένας άνθρωπος, κίνησαν με βήμα γοργό στο χωριό.

Τα χτυπήματά τους στην πόρτα με τρόμαξαν. Άνοιξα και μπροστά μου είδα τα τρομαγμένα τους πρόσωπα. Μιλούσαν όλοι μαζί και δεν μπορούσα να καταλάβω τί έλεγαν.

“Σταματήστε, μπάαα σε καλό σας, τί πάθατε τέτοια ώρα, τί λέτε; Μίλα βρε Κωνσταντή εσύ, να καταλάβω, μίλα μόνο εσύ, σταματήστε οι άλλοι”.

Ο Κωνσταντής, αφού ξεροκατάπιε, κάνοντας βαθειά αναπνοή, άρχισε. Μαστρογιάννη το και το.

“Τι λες μωρέ, παλαβώσατε; Μήπως κοιμηθήκατε και σάς έπιασαν στον ύπνο και τώρα θέλετε να δικαιολογηθείτε;”

“Μας προσβάλλεις Μαστρογιάννη, είμαστε εμείς απ’ αυτούς;”

Ναι, είχαν δίκιο, παιδιά μου, όλοι τους ήταν παλληκάρια και το έλεγε η ψυχή τους, όλοι ένας κι ένας.

“Καλά παιδιά, με συμπαθάτε, μα, μου φαίνονται τόσο πε­ρίεργα, που σκέφτηκα άσχημα για σάς, με συμπαθάτε. Μια στιγμή να πάρω την κάπα μου και έρχομαι. Πετάξου ρε Νικόλα και πες στους άλλους επιτρόπους να μάς περιμένουν στην έμπαση του χωριού, να πάμε όλοι μαζί κάτω”. Φόρεσα την κάπα μου και ξεκινήσαμε».

- Το σπίτι του παππού μου, πάτερ μου, είναι αυτό που κάθεται τώρα ο Ευστράτιος Καραμιχαήλ, ο οποίος είναι δισέγγονος του.

»Ήταν καλός ο καιρός αλλά την ώρα αυτή το αγιάζι τρυπούσε το κόκκαλο. Στο έμπα του χωριού περιμέναμε για λίγο τους άλλους επιτρόπους που έφτασαν κι αυτοί σαστισμένοι και φορτωμένοι ερωτήσεις. Κατηφορίσαμε τον κατήφορο για τον πρίνο (πρίναρο όπως τον λέμε), όταν όμως φτάσαμε στην ποταμιά και αρχίζαμε να ανεβαίνουμε τον ανήφορο που θα μας έφερνε στον τόπο που θέλαμε να κτίσουμε το ναό, ακούσαμε κωδωνοκρουσίες. Είχε αρχίσει να χαράζει. Κοιταχθήκαμε ο ένας με τον άλλο. Τί να συμβαίνει; Ταχύναμε το βήμα μας και φτάσαμε στον ανεμόμυλο. Μπροστά μας, στο θαμπό φως της αυγής απλωνόταν το μοναστήρι του Ταξιάρχη. Πρώτη μου φορά το έβλεπα τέτοια ώρα από τη θέση αυτή. Τί ομορφιά, τί χάρη είχε; Άγριο σαν φρούριο με τους πανύψηλους τοίχους του, τη μεγάλη χοντρή καστρόπορτα, αλλά και γαλήνιο μαζί και ήσυχο και θαυμαστό. Η καμπάνα που για λίγη ώρα ώσπου να ανεβούμε τον ανήφορο, είχε σταματήσει, άρχισε και πάλι ξαφνικά να κτυπά σιγά και ρυθμικά. Με λίγες δρασκελιές περάσαμε το πέτρινο διπλό γεφύρι του μοναστηριού και φτάσαμε στην καστρόπορτά του. Ήταν διπλαμπαρωμένη. Χτυπήσαμε δυνατά. Ακούσαμε φοβισμένες φωνές μα κανένας δεν μας άνοιγε. Ξαναχτυπήσαμε πιο δυνατά και μαζί φωνάξαμε: “Ανοίξτε, είμαστε οι επίτροποι, δεν μας ακούτε;”

Η καμπάνα είχε πάλι σταματήσει. Σε λίγο ακούστηκε το τρίξιμο της αμπάρας και η πόρτα μισάνοιξε αφήνοντας να φανεί το τρομαγμένο και φοβισμένο πρόσωπο του ρασοφόρου καντηλανάφτη. Δεν τον αναγνώρισα. Δυο μεγάλα φωτεινά μάτια και ένα μόνιμο παιδικό χαμόγελο, αυτή ήταν πάντα η εικόνα του καντηλανάφτη και τώρα; Ένα πρόσωπο κατατρομαγμένο, φοβισμένο με μάτια ανοικτά, θαρρείς και θα πεταχτούν έξω από τις κόγχες του. Μας έβλεπε και δεν κουνιόταν από τη θέση του. Σπρώξαμε εμείς την πόρτα και άνοιξε. Ο καντηλανάφτης έκανε λίγα βήματα πίσω, κοίταξε αριστερά, δεξιά, πίσω του και προσπάθησε ν’ άνοιξει το στόμα του. Είχε αρχίσει πια να φωτίζει για καλά και τον βλέπαμε να τρέμει σαν ψάρι. Το στόμα του άνοιξε αλλά δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τίποτα. Τον άδραξα από τους ώμους και τον κούνησα δυνατά: “Τί συμβαίνει βρε Θοδωρή, τί έχεις πάθει; Μίλα, θα μας σκάσεις”.

“Η καμμμμπάνα”, είπε και με τη ματιά του και το δεξί του χέρι έδειχνε την καμπάνα στον πύργο και το σκοινί πού ήταν κρεμασμένο και ακίνητο.

“Έ, λοιπόν, ποιος χτύπησε την καμπάνα;”, τον ρώτησα.

“Κααανείς, μ...όνη της”, και σταυροκοπήθηκε.

Μια ανατριχίλα μάς πέρασε όλους σύγκορμα.

“Μόνη της; Μίλα καλά βρε Θοδωρή”.

“Ναι, ναι αφεντικό, μόνη της”.

Απ’ τα κελιά άρχισαν να ξεπροβάλλουν φοβισμένα πρόσωπα γυναικών που έμεναν μόνιμα στα κελιά του μοναστηριού, πού μη έχοντας άλλου να μείνουν, εύρισκαν καταφύγιο και στέγη. Σιγά - σιγά βλέποντας εμάς εκεί, ξεθάρρεψαν και άρχισαν να κινούνται προς το μέρος μας, σταυροκοπιόνταν κι αυτές και μουρμούριζαν χωρίς να τις καταλαβαίνουμε, μόνο “Ταξιάρχη μου”, “Μεγαλόχαρε”, “καμπάνα”, ξεδιαλύναμε λέξεις απ’ το μουρμουρητό τους.

“Τα τσιμπίλια, οι τροβάδες, τα εργαλεία”, φώναξαν δυο παλληκάρια που είχαν προχωρήσει προς τον πύργο της καμπάνας. Τρέξαμε όλοι και τρίβαμε τα μάτια μας. Στο σημείο που βρήκαμε χθες τα εργαλεία των εργατών, ήταν και σήμερα με τάξη ακουμπισμένα στον τοίχο. Δεν μπορεί, κάτι γίνεται που δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Πρέπει να σκεφτούμε, κά­τι δεν πάει καλά. Φώναξα και τους άλλους επιτρόπους να ανε­βούμε στο Συνοδικό να συζητήσουμε, και είπα στους άλλους να περιμένουν και να ειδοποιήσουν τους τεχνίτες και τους εργά­τες να μην πιάσουν δουλειά και να έλθουν στο Μοναστήρι να τους μιλήσουμε όταν θα τελειώσουμε. Ανεβήκαμε στο Συνοδικό, μας έφεραν καφέ και γλυκό οι γυναίκες, μας άναψαν τη με­γάλη λάμπα, ξαναέκαναν το σταυρό τους, έκλεισαν την πόρτα και έφυγαν.

“Τί γίνεται βρε παιδιά; Τί να σημαίνουν όλα αυτά; Τί εξήγηση δίνετε σε όλα;” Δεν μίλησε κανείς. Όλοι ξέραμε τί συμβαίνει και γιατί γίνονται, μα κανείς δεν τόλεγε.

“Εντάξει, πώς θα γίνει; Πώς θα τον κτίσουμε; Θα χαλάσουμε την εκκλησία αυτή που τώρα υπάρχει;”, τους λέω.

Όλοι με κοίταξαν με ανακούφιση.

“Πρέπει αυτό να συζητήσουμε Μαστρογιάννη, εδώ πρέπει να γίνει ο μεγάλος ναός, είναι φως φανάρι. Ο Ταξιάρχης θέλει εδώ το ναό του, εδώ που έχυσαν το αίμα τους οι μοναχοί και που η θαυματουργή εικόνα του είναι πλασμένη με το αίμα αυτό”.

Δεν μίλησα, έτσι έπρεπε να γίνει. Είπα μόνο: “Εντάξει ας πιούμε τώρα τον καφέ να συνέλθουμε και όταν θα θρουν οι τεχνίτες, το ξανασυζητάμε” και χαμογέλασα. Χαμογέλασαν όλοι, πήραμε μια βαθειά αναπνοή σα να μάς έφευγε ένα βάρος από πάνω μας και ρουφήξαμε τον καφέ μας.

Το θαμπό φως της γκριζομάλλης αυγής άρχισε να ζωηρεύει, να γίνεται δυνατό, να περνά το παράθυρο του Συνοδικού, να τρώει το φως της κρεμαστής λάμπας και να μας φωτίζει τα πρόσωπα. Είχαμε πιει τον καφέ μας και είχαμε βυθιστεί σε σκέψεις όταν μάς συνέφερε η φωνή του καντηλανάφτη. Είχε ανοίξει σιγά-σιγά την πόρτα, έχωσε το κεφάλι του από το άνοιγμα και με φωνή σιγανή, λες ακόμη φοβισμένη, μάς είπε: “Ήρθαν τα μαστόρια και οι εργάτες”.

Τον φώναξα μέσα και τού είπαμε να μας φωνάξει επάνω τον αρχιμάστορα και να πάρει μαζί του ένα - δυο γεροντότερους τεχνίτες και να ανεβούν επάνω. Σε λίγο χτυπούσαν την πόρτα. “Ελάτε, καθίστε βρε παιδιά”. Τα πρόσωπά τους ήταν ανέκφραστα, σοβαρά. Καλημέρισαν και κάθισαν. Τα μάτια τους ερευνητικά, μάς κοίταζαν όλους, προσπαθώντας να μαντέψουν το σκοπό πού τους καλέσαμε. Φτιάχτηκα καλά στην πολυθρόνα, έριξα τη ματιά μου στον αρχιμάστορα και είπα:

“Μαστροθανάση, τα εργαλεία σας πάλι την αυγή βρέθηκαν στο ίδιο σημείο, εδώ στον αυλόγυρο του ναού. Μη φοβάσαι, δεν τα έπαιρνε απ’ εκεί κανείς. Διαπιστώσαμε ότι ο Μεγαλόχαρος θέλει να κτίσουμε εδώ το μεγάλο ναό του. Γι’ αυτό σάς καλέσαμε να δούμε τί μπορεί να γίνει, πού θα γίνει, και πώς θα γίνει. Ο τόπος δεν χωρά άλλο ναό. Τί λέτε εσείς;”

Ο Μαστροθανάσης έσκυψε το κεφάλι του, μπέρδεψε για λίγο τα ροζιάρικα δάχτυλα του χεριού του, έκανε λίγες γκριμάτσες με τα χοντρά χείλη του και σε λίγο είπε: “Δεν ξέρω τί θα αποφασίσετε εσείς και τί γνώμη έχουν οι άλλοι μάστοροι, αλλά αν είναι να γίνει εδώ ο Ναός, θα πρέπει να χαλαστεί ο παλιός και να γίνει ο μεγαλύτερος. Θα προσπαθήσουμε βέβαια να αφήσουμε περισσότερη αυλή μπροστά, και από δεξιά, αριστερά και πίσω ένα φαρδύ διάδρομο για τα κελιά.

“Ναι, ναι, έτσι μόνο μπορεί να γίνει”, είπαν μ’ ένα στόμα και οι άλλοι μάστορες πριν καλά - καλά τούς ρωτήσουμε. “Αυτή ήταν και η δική μας γνώμη, αλλά θέλαμε να την επιβεβαιώσουμε”.

“Μπορεί να γίνει και κάτι άλλο”, είπε ο Μαστροθανάσης. “Να αρχίσουμε να κτίζουμε τον καινούργιο ναό, ανοίγοντας θεμέλια τριγύρω από τον μικρό σημερινό και να παραμείνει ο μικρός, να λειτουργιέται, και όταν προχωρήσουμε αρκετά και θα αρχίσει να μάς εμποδίζει, τότε τον χαλάμε”.

Η ιδέα του ήταν λογική και την παραδεχτήκαμε όλοι. Συζητήσαμε το σχέδιο του νέου ναού και καταλήξαμε να γίνει όπως τον βλέπετε σήμερα παιδιά μου. Την ίδια μέρα άρχισαν οι εργασίες και λέτε πως εργαζόταν μαζί μας ο Μεγαλόχαρος. Προχωρούσε το έργο τόσο γρήγορα που και εμείς απορούσαμε. Τα υλικά πάντα στην ώρα τους και τα χρήματα ποτέ δεν μας έλειψαν. Πολλοί κάτοικοι έδωσαν περιουσίες ολόκληρες, ξυ­λεία, προσωπική εργασία και πλήθος ζωντανά για τη μεταφορά των υλικών, όλα δωρεάν. Ήταν το κτίσιμο ένα μεγάλο πανηγύρι του χωριού και των περιχώρων. Και κάτι ακόμα, παιδιά μου, που έκανε μεγάλη εντύπωση όχι μόνον σ’ εμάς, αλλά και σ’ όσους το μάθαιναν. Τούρκοι από τα τριγύρω χωριά (δεν υπήρχαν στο Μανταμάδο), κρυφά και φανερά βοήθησαν με χρήματα και υλικά στο κτίσιμο του ναού του Μεγαλόχαρου. Τον σέβονταν και τον φοβόνταν πολύ τον Ταξιάρχη. Διότι, πολλές φορές παλιότερα, που προσπάθησαν κακοί Τούρκοι να προσβάλλουν το ναό του Ταξιάρχη ή να μπούνε μέσα στο προαύλιό του καβάλα στα άλογά τους, τον είδαν φανερά άγριο να τους κυνηγά, και έπειτα έφερναν δώρα διά να τον εξευμενίσουν.

Ο νέος ναός ορθώθηκε γρήγορα και ο μικρός άρχιζε να εμποδίζει τις εργασίες. Αποφασίσαμε λοιπόν να τον χαλάσουμε. Όταν φτάσαμε στην ανάγλυφη εικόνα του Ταξιάρχη, στάθηκε αδύνατο να την μετακινήσουμε. Μια βδομάδα και παραπάνω όλοι οι τεχνίτες και οι γέροι του χωριού προσπαθούσαν να βρουν τον τρόπο, αλλά του κάκου, δεν γινόταν τίποτα, έμεινε αμετακίνητη. Έπειτα από πολύ σκέψη αποφασίσαμε να την αφήσουμε στη θέση της. Την καλύψαμε να μην χαλάσει και προχωρήσαμε στις εργασίες μας. Ήλθε και η ώρα να κατασκευάσουμε το μαρμάρινο τέμπλο του ναού. Η εικόνα όμως του Μεγαλόχαρου δεν μπορούσε να πάει στην καινούρια θέση της, δηλαδή αριστερά της εικόνας της Παναγίας. Επίσης βρισκόταν και πιο έξω από τη γραμμή του τέμπλου. Πολλά σχέδια κάναμε και στο τέλος καταλήξαμε να φέρουμε όσο μπορούμε πιο έξω το τέμπλο, και να μείνει στην παλαιά θέση της η εικόνα, εκεί που βρίσκεται τώρα, δηλαδή δεξιά από την εικόνα του Χριστού και λοξά να κλείνει προς την Ωραία Πύλη. Βλέπετε, παιδιά μου, ότι όλες οι εικόνες των εορταζόντων αγίων βρίσκονται δεξιά της Παναγίας, ενώ του Ταξιάρχη βρίσκεται αριστερά του Χριστού. Είναι διότι αρχίσαμε να κτίζουμε το νέο ναό πριν χαλάσουμε τον παλιό και έτσι δεν υπολογίσαμε από την αρχή τη θέση της εικόνας του Μεγαλόχαρου. Νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να τη μετακινήσουμε. Ο Αρχάγγελος όμως δεν θέλησε να αλλάξει θέση η εικόνα του, προτιμούσε να μείνει εκεί όπου ο μοναχός που επέζησε από τη σφαγή των Σαρακηνών, την τοποθέτησε.

Τότε, είχε πάρει το αίμα των 18 μοναχών που σφαγιάστηκαν από τους Σαρακηνούς πειρατές μέσα στο ναό, και με ψιλοκοσκινισμένο χώμα έπλασε την ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου, για να συνοδεύσει η χάρη του τις ψυχές των συντρόφων μοναχών, στο θρόνο του Δημιουργού, και την τοποθέτησε εκεί που βρίσκεται σήμερα. Γι’ αυτό και το χρώμα της ανάγλυφης εικόνας έχει το χρώμα του ξηρού αίματος. Την βλέπουμε και σήμερα απείραχτη και αναλλοίωτη από τη φθορά του χρόνου και τον ασπασμό των χιλιάδων πιστών προσκυνητών που καθημερινά κατακλύζουν τον Άγιο ναό του.

Με τη βοήθεια τού Αρχαγγέλου, της Κοινότητας και των ξένων που έρχονταν να συμπαρασταθούν στο έργο μας, φθάσαμε στο τέλος σχεδόν όλων των εργασιών. Ακόμη και οι έμποροι από τη Σμύρνη στους οποίους είχαμε παραγγείλει ό,τι χρειάζεται για να στολιστεί ένας Ναός (πολυέλαιοι, μανουάλια, κανδήλια κ.λπ.), τα είχανε φέρει και τελείωναν την τοποθέτησή τους. Όμως μαζί με τις εργασίες τελείωναν και τα χρήματά μας και αρχίσαμε να ανησυχούμε.

Την παραμονή της εξόφλησης των τεχνητών, εμπόρων και του Σμυρναίου αγιογράφου που ήρθε να μας αγιογραφήσει την οροφή του Ναού και του Ιερού, όλοι οι Επίτροποι ήταν στο σπίτι μου. Μπροστά μας είχαμε το σχεδόν άδειο μπαούλο που φυλάγαμε τα χρήματα για το χτίσιμο του Ναού. Δεν φθάνανε ούτε να εξοφλήσουμε τα ημερομίσθια των εργατών. Οι Επίτροποι έμειναν ως αργά το βράδυ, προσπαθώντας να βρούμε μια λύση. Δεν καταλήξαμε όμως σε τίποτα, και έφυγαν για τα σπίτια τους στενοχωρημένοι.

Ή γυναίκα μου (η γιαγιά σας) και τα επτά παιδιά πήγαν να ξαπλώσουν. Εγώ έμεινα κάτω. Καθόμουν στην πολυθρόνα και σκεπτόμουν πώς θα αντιμετωπίσουμε την κατάσταση.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, δεν ξέρω, παιδιά, ήμουν ξυπνητός ή μισοκοιμισμένος. Άνοιξε η εξώπορτα του σπιτιού. Κάποιος με βήματα βαριά πέρασε στην αυλή, ανέβηκε τη σκάλα, πέρασε απ’ το δωμάτιο των παιδιών που κοιμόνταν και μπήκε στο μικρό δωμάτιο που ήταν το μπαούλο με τα χρήματα, προσπάθησα να σηκωθώ, μα δε μπορούσα. Τα πόδια μου ήταν θαρρείς καρφωμένα στο πάτωμα.

Αυτό έλλειπε, σκέφτηκα, να μας επισκεφτεί και κλέφτης τώρα. Άκουσα το μπαούλο να ανοίγει κι έπειτα από λίγο να κλείνει, και τα βήματα βαριά και αργά να περνούν το δωμάτιο των παιδιών και να κατεβαίνουν τη σκάλα. Τα μάτια μου καρφώθηκαν στην ανοιχτή πόρτα, που σε λίγο την έφραξε αγκαλιάζοντας τα τοιχώματά της, ένας νέος μελαχρινός. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και σγουρά, η ματιά του φωτεινή σαν αστραπή. Φορούσε ένα ρόδινο πέτσινο σακάκι και οι μαύρες πέτσινες μπότες του ανέβαιναν ως τους μηρούς του. Μου χαμογέλασε και μου είπε: “Τα χρήματα για τις πληρωμές είναι επάνω στο μπαούλο”.

Κούνησε το χέρι σαν να με χαιρετούσε και με αργά βαριά βήματα πέρασε την αυλή του σπιτιού, άνοιξε την εξώπορτα και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Προσπάθησα να σηκωθώ, το κατόρθωσα! Έτρεξα γρήγορα επάνω, και βρέθηκα μπροστά στο μπαούλο. Ήταν κλειδωμένο. Το άνοιξα και -ώ Μεγαλόχαρε- μέσα υπήρχαν τρεις σειρές από φλουριά, μετζίτια και λίρες. Έμεινα στη θέση αυτή ακίνητος για πολύ ώρα και τα έβλεπα. Έπειτα τόλμησα να τα ακουμπήσω για να βεβαιωθώ. Χούφτιασα τα χρυσά νομίσματα και τ’ άφησα πάλι να πέσουν. Ο έντονος ήχος των χρυσών νομισμάτων με συνέφερε.

Ξύπνησα τη γιαγιά σας και της είπα ότι θα έρθουν οι Επίτροποι και έτρεξα στα σπίτια τους. Τους ξύπνησα και χωρίς να τους εξηγήσω, τους κάλεσα να έρθουν γρήγορα στο σπίτι μου. Μόλις φθάσαμε εκεί, είπα στη γιαγιά σας να μας ψήσει καφέ και να μας περιμένει κάτω. Εμείς ανεβήκαμε επάνω και τους άνοιξα το μπαούλο. Εκείνοι, μπροστά στο περιεχόμενό του, τα έχασαν και η αναπνοή τους σταμάτησε. Έπειτα άρχισαν να με βομβαρδίζουν με ερωτήσεις. Εγώ έκλεισα σιγά-σιγά το μπαούλο, το κλείδωσα, ανασηκώθηκα, έκανα το σταυρό μου και είπα:

“Ο Ταξιάρχης. Αυτός φρόντισε και έφερε τα χρήματα που χρειαζόμαστε. Πάμε κάτω να σάς εξηγήσω”.

Σταυροκοπήθηκαν και ψάλλοντας το απολυτίκιο του, κατεβήκαμε τη σκάλα. Η γιαγιά σας μάς περίμενε. Πίνοντας τον ζεστό καφέ, τους είπα τί ακριβώς συνέβη, όλοι τα είχαν χαμένα. Όταν σηκώθηκαν να φύγουν, ο πετεινός στην αυλή μάς ειδοποιούσε ότι το ξημέρωμα έφθανε.

Το θαύμα έγινε γνωστό πολύ γρήγορα και όταν το μεσημέρι ήρθε η Επιτροπή στο σπίτι μας για να κάνουμε την πληρωμή, ο κόσμος το είχε περικυκλώσει. Έφθασε και η σειρά του τελευταίου εμπόρου να πληρωθεί. Τού μετρήσαμε τα χρήματα και έφθασαν ίσα-ίσα ως το τελευταίο γρόσι. Όλοι θαυμάσαμε το γεγονός αυτό. Πλύναμε, μετά την πληρωμή, τα χέρια μας και σκουπιστήκαμε στην πετσέτα που μας έφερε η γιαγιά σας. Όταν τελείωσε και ο τελευταίος Επίτροπος, κρέμασε την πετσέτα δίπλα στο βρυσάκι, και -ώ Μεγαλοδύναμε- η πετσέτα, αν και βρεγμένη, πήρε φωτιά και έγινε αμέσως στάχτη».

Όταν έφθανε στο σημείο αυτό πάτερ μου, ο παππούς μου, έπαιρνε μια βαθειά αναπνοή, έκανε το σταυρό του και αφού μας χάιδευε στα μαλλιά και μάς φιλούσε μάς έλεγε:

»Παιδάκια μου ό,τι σάς είπα, είναι πέρα για πέρα αληθινά. Να τα θυμάστε καλά και να τα λέτε και σεις στα παιδιά σας και στα εγγόνια σας, γιατί αυτή είναι η ιστορία του Ναού του Ταξιάρχη μας, που με θαύμα άρχισε και τελείωσε με θαύμα. Τώρα, σαν καλά παιδάκια, άιντε να σας βάλει η μαμά σας να κοιμηθείτε».

- Και μάς χαμογελούσε καμαρώνοντας μας, χτυπώντας χαϊδευτικά τις πλάτες μας.

 

+ Παπά-Στρατής

Ιερατικός Προϊστάμενος

Ιερού Ναού Παμμ. Ταξιαρχών

Μανταμάδου